• Banner-2.jpg
  • Banner-3.jpg
  • Banner-4.jpg
  • Banner-5.jpg
  • Banner-6.jpg

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ

 

Η ουροδόχος κύστη είναι ένα όργανο σε σχήμα μπαλονιού (κοίλο) στο κάτω μέρος της κοιλιάς στο οποίο αποθηκεύονται τα ούρα μέχρι τη στιγμή της ούρησης και μέσω της οποίας γίνεται και η εκτέλεση της ούρησης. Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι η δεύτερη σε συχνότητα κακοήθεια του ουροποιητικού συστήματος με τους άνδρες να αναπτύσσουν κατά τέσσερις φορές πιο συχνά τη νόσο. Η συχνότερη μορφή της κακοήθειας της ουροδόχου κύστεως είναι από μεταβατικό επιθήλιο (ουροθηλιακός καρκίνος) (90%) και αναπτύσσεται στο εσωτερικό τοίχωμα της ουροδόχου κύστεως ,του ουρητήρα και της νεφρικής πυέλου (το αποχετευτικό σύστημα του ουροποιητικού) η οποία περιβάλλεται από ουροθήλιο (φυσιολογικός ιστός). Πιο σπάνιες περιπτώσεις είναι από πλακώδες επιθήλιο (5%) ή από αδενικό επιθήλιο(0,5%-2%).

Σε ότι αφορά την μορφή τους 70%  θηλώδες 10% οζώδες και 20% μεικτής εικόνας

 





Αιτίες – παράγοντες κινδύνου

Οι αιτιολογικοί παράγοντες που ευθύνονται για τη δημιουργία του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως δεν είναι επαρκώς επιβεβαιωμένοι. Υπάρχουν όμως κάποια αίτια τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

  •        Το ΚΑΠΝΙΣΜΑ είναι η πιο επαρκώς αποδεδειγμένη αιτία για την εμφάνιση καθώς και για την υποτροπή (επανεμφάνιση) της νόσου. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι ευθύνεται κατά πλειοψηφία περισσότερο για ένα επεισόδιο καρκίνου της ουροδόχου κύστεως παρά για έναν καρκίνο του πνεύμονα. Οι καπνιστές έχουν 500% μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν τη νόσο σε σχέση με τους μη καπνίζοντες καθώς και αυξημένο ποσοστό υποτροπής. Για τον παραπάνω λόγο είναι τεράστιας σημασίας η διακοπή του καπνίσματος αμέσως μετά την πρώτη διάγνωση της νόσου γιατί μειώνει από 30-60% τον κίνδυνο υποτροπής.
  •         Ηλικια. Οι ασθενείς άνω των 65 ετών έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης της νόσου.
  •     Επαγγελματικοί και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι: η μακροχρόνια έκθεση σε χημικές ουσίες στο περιβάλλον εργασίας και ειδικά στους βυρσοδέψες, στη βιομηχανία ελαστικών, στη βιομηχανία χρωμάτων ,στους παλαιούς τυπογράφους (έχει αλλάξει ο τρόπος τύπωσης και η σύσταση των μελανιών) στις βαφές υφασμάτων καθώς και οι εργαζόμενοι που μακροχρόνια ασχολούνται με τις βαφές μαλλιών. Η αυξημένη επίπτωση της κακοήθειας της ουροδόχου κύστεως οφείλεται στο ότι οι εν λόγω παράγοντες – ουσίες παραμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε επαφή με το βλεννογόνο της ουροδόχου κύστεως λόγω της αποθήκευσης των ούρων με αποτέλεσμα να δημιουργούν ατυπία και εν συνεχεία κακοήθεια.
  •      Φαρμακευτικοί παράγοντες: φάρμακα χημειοθεραπείας και ειδικά η κυκλοφωσφαμίδη (9φορές αύξηση) έχουν ενοχοποιηθεί για τη δημιουργία κακοήθειας, τεχνητά γλυκαντικά, κατάχρηση αναλγητικών για πάνω από 10 χρόνια.
  •         Βαλκανική νεφροπάθεια.
  •        Ανοσοκατεσταλμένοι  ασθενείς.  
  •       Ακτινοθεραπευτικές παρεμβάσεις: για θεραπεία γυναικολογικών παθήσεων ή του προστάτη αδένα παρουσιάζουν αυξημένη επίπτωση στην κακοήθεια της ουροδόχου κύστεως.
  •      Χρόνιος ερεθισμός του βλεννογόνου της κύστεως από ξένα σώματα όπως μόνιμοι ουροκαθετήρες ή επί μακρόν παραμονή λίθων στην ουροδόχο κύστη   και χρόνιες κυστίτιδες καθώς και ειδικές παρασιτώσεις (Σχιστοσωμιαση) μπορούν να προκαλέσουν μέσω του συνεχούς ερεθισμού μεταπλασίες και πιθανές κακοήθειες στο επίπεδο του ουροθηλίου.

Συμπτώματα

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο καρκίνος της κύστης στα πρώιμα στάδια είναι ασυμπτωματικός και μπορεί να αποκαλυφθεί σε τυχαίους ελέγχους είτε από ανάδειξη μικροσκοπικής παρουσίας αίματος (μικροσκοπική αιματουρία) είτε σε τυχαίους απεικονιστικούς ελέγχους με υπερηχογράφημα ή αξονική τομογραφία για τη διερεύνηση άλλων συμπτωμάτων (και οι δύο εξετάσεις έχουν αυξημένη ειδικότητα για τη ανάδειξη της νόσου).

Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι η αιματουρία (μακροσκοπική– μικροσκοπική) η οποία συνήθως είναι ανώδυνη και στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι και παροδική (εμφανίζεται με μικρά ή μεγάλα χρονικά μεσοδιαστήματα). Για τον παραπάνω λόγο όλες οι αιματουρίες κυρίως οι μακροσκοπικές (ορατές με το μάτι) και οι εμμένουσες μικροσκοπικές (ευρήματα στη γενική ούρων για πάνω από τρεις μήνες) πρέπει να διερευνώνται από ειδικό. Το σενάριο ένας ασθενής να παρουσιάσει για μία μόνο ούρηση ανώδυνη αιματουρία η οποία να μην ελέγχθηκε και σε νέο επεισόδιο αιματουρίας μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα να παρουσιάζεται ένας μεγάλου μεγέθους όγκος εντός της κύστεως είναι αεκετά συνηθισμένο στην καθημερινή ουρολογική πρακτική. Για τα παραπάνω και η αμερικάνικη ουρολογική εταιρεία αλλά και η ευρωπαϊκή συνιστούν σε όλους τους ασθενείς με επεοσόδιο ανώδυνης μακροσκοπικής αιματουρίας τη διενέργεια ελέγχου και κυστεοσκοπήσεως. Άλλα συμπτώματα αφορούν δυσουρία, συχνοουρία κα επιτακτική ούρηση, πόνο στην κοιλιά ή χαμηλά στη ράχη και γενικά συμπτώματα όπως καταβολή και απώλεια βάρους. 

 

 

Διάγνωση – διερεύνηση

Αφορά οποιοδήποτε είδος αιματουρίας μακροσκοπική ή μικροσκοπική κυρίως ανώδυνη.

  •         Γενική εξέταση ούρων και καλλιέργεια ούρων για την ανάδειξη αιματουρίας και πιθανής ουρολοίμωξης.
  •      Υπερηχογράφημα ουροποιητικού νεφρών, ουροδόχου κύστεως και προστάτη για τους άνδρες, νεφρών και κάτω κοιλίας για τις γυναίκες ο οποίος παρουσιάζει μεγάλη ειδδικότητα στην ανάδειξη τοιχωματικών βλαβών της ουροδόχου κύστεως με διάμετρο από 0,5 εκατοστά και μικρότερη ειδικότητα στην ανάδειξη θηλωματώδων όγκων στο νεφρό και σχεδόν καθόλου στον ουρητήρα.  

 

 

  •        Κυστεοσκόπηση: είναι η εξέταση στην οποία εισέρχεται εντός της κύστεως διαμέσου της ουρήθρας ειδική κάμερα η οποία παρατηρεί με άμεση όραση το εσωτερικό της ουρήθρας και του τοιχώματος της ουροδόχου κύστεως παρατηρώντας εκτροπές από το φυσιολογικό βλεννογόνο με τη μορφή θηλωμάτων ή άλλων ύποπτων βλαβών. Ειδικά στους άνδρες προτιμάται η εξέταση να γίνεται με ελαφρά μέθη διότι η διέλευση του κυστεοσκοπίου από τον προστάτη και οι κινήσεις για την τέλεια διερεύνηση του τοιχώματος είναι συνήθως εξαιρετικά επώδυνες. Κατά τη διάρκεια της κυστεοσκόπησης μπορεί να διενεργηθεί βιοψία με ειδικές λαβίδες ύποπτων περιοχών ή εξαίρεση μικρών όγκων της κύστεως σε ένα χρόνο.

 

 

 

 

 

  •      Κυστεοσκόπηση φωτοδυναμική διάγνωση: σύγχρονη μέθοδος με μεγαλύτερη ευαισθησία στην ανάδειξη βλαβών της ουροδόχου κύστεως οι οποίες είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να αναγνωριστούν με την κυστεοσκόπηση με λευκό φως. Διενεργείται με φθορίζουσα κυστεοσκόπηση με χρήση ειδικού ιώδους φωτός μετά από χορήγηση εντός της κύστεως ειδικών ουσιών οι οποίες καθηλώνονται στις εν λόγω βλαβες και οι οποίες φαίνονται χαρακτηριστικά στην ιώδη ακτινοβολία. Χρησιμοποιείται και για τη διάγνωση και για τον έλεγχο της υποτροπής και ειδικά ενός επιφανειακού εξαιρετικά κακοήθους καρκινώματος της κύστης που λέγεται καρκίνωμα In situ (CIS).

 

 

 

 

  •        Κυτταρολογική εξέταση ούρων: είναι ένα είδος Test pap της κύστεως όπου συλλέγονται τρία συνεχόμενα δείγματα ούρων σε τρεις διαφορετικές ημέρες στα οποία αποκλείονται τα πρώτα πρωινά ούρα (αυξημένη κυτταρόλυση). Με ειδικές χρώσεις γίνεται προσπάθεια αναγνώρισης καρκινικών κυττάρων στα δείγματα αυτά. Έχει πολύ μικρή αξία στους μικρούς και στους όγκους χαμηλής κακοήθειας σε αντίθεση με τους εκτεταμένους και υψηλής κακοήθειας όγκους λόγω της αυξημένης κυτταρικής απόπτωσης (πολλά καρκινικά κύτταρα στα ούρα). Μεγάλο ρόλο στην παραπάνω εξέταση παίζει η εμπειρία του κυτταρολόγου. Οι αρνητικές κυτταρολογικές ούρων δεν αποκλείουν την παρουσία κακοήθειας ενώ οι θετικές από αξιόπιστο εργαστήριο θεωρούνται ακλόνητα στοιχεία και ο θεράπων ιατρός πρέπει να αναδείξει οπωσδήποτε τη θέση της κακοήθειας.
  •         Αξονική τομογραφία με ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού: άριστη εξέταση για την ανάδειξη βλαβών του ουροθηλίου ανώτερου και κατώτερου ουροποιητικού σε συνδιασμό με ανάδειξη παθολογίας από άλλα όργανα ή λεμφαδένες. Η παραπάνω μέθοδος δεν ενδείκνυται σε επίπεδους όγκους (CIS) ή σε μικρού μεγέθους βλάβες στον ουρητήρα και τη νεφρική πύελο. Αντενδείκνυται επίσης σε ασθενείς με αλεργίες σε ιωδιούχα σκιαγραφικά, σε μονόνεφρους και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

 

  •        Μαγνητική τομογραφία: ενδείκνυται σαν δεύτερης γραμμής εξέταση απεικόνισης δίνοντας παραπάνω πληροφορίες σε ότι αφορά τα μαλακά όρια και την πιθανή διείσδυση σε γειτονικούς μαλακούς ιστούς.
  •        Ανιούσα πυελογραφία: εκτελείται όταν υπάρχει υπόνοια κακοήθειας στο ανώτερο ουροποιητικό (ουρητήρας, νεφρική πύελος-κάλυκες) και εκτελείται όταν υπάρχει αντένδειξη για διενέργεια αξονικής τομογραφίας με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό καθώς δεν επηρεάζει τη νεφρική λειτουργία και δεν προκαλεί αλλεργίες.

Σταδιοποίηση

Η σταδιοποίηση γίνεται με αξονική, μαγνητική, σπινθηρογράφημα οστών, μαγνητική τομογραφία, ακτινογραφία θώρακος και με τα στοιχεία από την ιστολογική έκθεση του εξαιρεθέντος όγκου από την ουροδόχο κύστη η οποία θα μας δείξει το στάδιο (πόσο βαθιά πάει) και το βαθμό κακοήθειας (το πόσο εύκολα επανεμφανίζεται). Η σύγχρονη σταδιοποίηση γίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

  •     Επιφανειακός ή μη μυοδιηθητικός καρκίνος της κύστης και αφορά βλάβες που δεν ακουμπούν-διηθούν το μυϊκό κομμάτι της ουροδόχου κύστεως. Αποτελούν το 60-70% των πρωτοδιαγνωσθέντων κακοηθειών της ουροδόχου κύστης και εμφανίζονται είτε στο βλεννογόνο είτε σην υποβλεννογόνιο στοιβάδα της κύστεως. Η θεραπεία τους αφορά διουρηθρική αφαίρεση (αφαίρεση του όγκου διαμέσου της ουρήθρας με ειδικά εργαλεία – ηλεκτροτόμοι) και η θεραπεία συμπληρώνεται ανάλογα το μέγεθος, το βαθμό κακοήθειας και τη διήθηση (έκταση σε βάθος) με εγχύσεις ειδικών φαρμάκων εντός της κύστεως καθώς και επαναληπτικών κυστεοσκοπήσεων σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα συνήθως επί μακρό χρονικό διάστημα.

  • Καρκίνος Cis (in situ). Πρόκειται για ξεχωριστό και ειδικό επιφανειακό ουροθηλιακό καρκίνο που παρά την επιφανειακή θέση του παρουσιάζει πολύ μεγάλη τάση διείσδυση στα κατώτερα στρώματα της κύστης (προοδο) και τεράστιο μεταστατικό δυναμικό. Η διάγνωση γίνεται με κυτταρολογικές ούρων (μεγάλο ποσοστό θετικών κυτταρολογικών>70%) και κυστεοσκόπησης με βιοψίες και ιστολογική επιβεβαίωση (θέλει μεγάλη εμπειρία από τον παθολογοανατόμο ). Το Cis χωρίς θεραπεία θα γίνει   μυοδιηθητικό στο 55% των ασθενών ενώ όταν συνυπάρχει σε T1 όγκο παρουσιάζει  χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με Τ1 χωρίς Cis. Η θεραπεία του είναι ουρηθρική αφαίρεση ,τακτικές κυστεοσκοπήσεις και θεραπείες με BCG.

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ  ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ  ΜΕ  ΦΩΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΜΕ HEXVIX 

 

 

  •          Μυοδιηθητικός καρκίνος της κύστης ο οποίος ακουμπά – διηθεί το μυϊκό τμήμα της ουροδόχου κύστεως και πέρα από αυτό (μυϊκό τμήμα- περικυστικό λίπος- προστάτης) και σε αυτό το στάδιο παρουσιάζει αυξημένες πιθανότητες μεταστατικού δυναμικού ή είναι ήδη μεταστατικός. Το στάδιο αυτό αφορά επικίνδυνες για τη ζωή καταστάσεις και επιβάλλονται οι πιο επιθετικές θεραπείες οι οποίες συνήθως περιλαμβάνουν αφαίρεση της κύστης, ακτινοβολίες και χημειοθεραπείες με σκοπό τον περιορισμό των μεταστάσεων και της νόσου.   

 

 

 

Σταδιο 0Η κακοήθεια αφορά μόνο τον βλεννογόνο της κύστης χωρις να επεκτείνεται στα κατώτερα  στρώματα του οργάνου.

(προσδόκιμο 5ετης επιβίωσης 98%)        

Στάδιο I - Ο καρκίνος έχει επεκταθεί στο στρώμα του συνδετικού ιστού (χόριο) που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον βλεννογόνο (το εσωτερικό στρώμα κυττάρων που καλύπτει τον εσωτερικό θόλο  της κύστης και έρχεται σε επαφή με τα ούρα) .

(προσδόκιμο 5ετης επιβίωσης 88%)        

Στάδιο II - Ο καρκίνος έχει επεκταθεί είτε στο έσω μισό είτε στο έξω μισό του μυικού τμήματος της  κύστης.

(προσδόκιμο 5ετης επιβίωσης 63%)     

Στάδιο III - Ο καρκίνος έχει επεκταθεί από την ουροδόχο κύστη στον περικυστικο λιπώδη ιστό στο εξωτερικό της κύστης και μπορεί να έχει προσβάλει τα όργανα του αναπαραγωγικού συστήματος που γειτονεύουν με την  κύστη  (προστάτης, κόλπος, μήτρα).

(προσδόκιμο 5ετης επιβίωσης 46%)       

Στάδιο IV -  Ο καρκίνος επεκτείνεται από την ουροδόχο κύστη στο κοιλιακό τοίχωμα ή τη πύελο. Ο καρκίνος μπορεί να έχει επεκταθεί στους λεμφαδένες ή και σ' άλλα απομακρυσμένα όργανα του σώματος, όπως στους πνεύμονες ή τα οστά- ήπαρ.

(προσδόκιμο 5ετης επιβίωσης 15%)  

Στην προσπάθεια μας να υπολογίσουμε τον κίνδυνο υποτροπής και προόδου της κακοήθειας της ουρ κύστης συνυπολογίζονται: 

  1. Ο αριθμός των όγκων (μόνο 1 όγκος -από 2/7-πανω από 8)
  2. Το μέγεθος (πάνω ή κάτω από 3 εκ)
  3. Χρόνος υποτροπής (κάτω ή πάνω από 1 χρόνο )
  4. Εαv συνυπάρχει CIS
  5. Το στάδιο της νόσου (TaT
  6. Ο βαθμός κακοήθειας (G1-G2-G

Θεραπεία

Ανάλογα με το στάδιο οι θεραπευτικές προσεγγίσεις είναι διαφορετικές.

Η θεραπεία του επιφανειακού καρκίνου γίνεται με την κλασική διουρηθρική αφαίρεση όγκων η οποία πρέπει να περιλαμβάνει την αφαίρεση του όγκου, της βάσης του και τμήμα του βλεννογόνου πέριξ του όγκου για σωστή σταδιοποίηση. Στους όγκους που διηθούν την υποβλεννογόνιο στοιβάδα (κάτω από τον επιφανειακό βλεννογόνο) είναι απαραίτητη μετά από 6-8 εβδομάδες η επαναληπτική κυστεοσκόπηση – λήψη βιοψιών από τη θέση του όγκου γιατί υπάρχουν 35% πιθανότητες παρουσίας υπολειμματικού όγκου στο στάδιο αυτό. Συμπληρωματικά της διουρηθρικής αφαίρεσης για τους μεν όγκους που αφορούν αποκλειστικά το βλεννογόνο (Τa) χορηγούνται ενδοκυστικά χημειοθεραπευτικοί παράγοντες (δεν αφορά κλασική χημειοθεραπεία) με επιρουμπικίνη ή μυτομυκίνη. Η χορήγηση γίνεται σε προκαθορισμένα σχήματα για διαφορετικό χρονικό διάστημα και συνδιάζονται πάντα με ενδιάμεσες κυστεοσκοπήσεις και πιθανές βιοψίες.

Για τους όγκους που διηθούν την υποβλεννογόνιο στοιβάδα (χόριο) (Τ1) οι ενδοκυστικές εγχύσεις με τον εξασθενημένο βάκιλο της φυματίωσης (BCG) δημιουργούν μία μη ειδική ανοσοδιέγερση. Ο βάκιλος δημιουργεί  μία κυστίτιδα στην οποία οι «στρατιώτες» του σώματος μας θα σκοτώσουν με ευκολία τα εξασθενημένα στελέχη του BCG που εμείς χορηγούμε και όντας ενεργοποιημένα θα καταστρέψουν και τα καρκινικά κύτταρα.

Οι εγχύσεις BCG αποδεδειγμένα μπορούν να μειώσουν και τις υποτροπές (επανεμφάνιση) και την πρόοδο της κακοήθειας (να μην γίνει διήθηση στο τοίχωμα της κύστης). Πάντα συνδιάζεται με τακτικές κυστεοσκοπήσεις ανάλογα με το πρωτόκολλο παρακολούθησης του κάθε σταδίου  διότι καμία ενδοκυστική θεραπεία δεν μπορεί να καταστρέψει σχηματισμένους όγκους οι οποίοι πρέπει να αφαιρούνται διουρηθρικά . Οι εγχύσεις BCG μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε Τa όγκους (πολύ επιφανειακούς) που εμφανίζονται πολύ συχνά ή που έχουν μεγάλη έκταση. 

 

 

 

 

 

 

Η θεραπεία εκλογής του μυοδιηθητικού καρκίνου είναι καθαρά χειρουργική και αφορά τη ριζική κυστεκτομή σε συνδυασμό με προστατεκτομή στους άνδρες και αφαίρεση των γεννητικών οργάνων, του κατώτερου ουροποιητικού και τμήμα του κόλπου στις γυναίκες και συνδυάζεται με εκτροπή ούρων είτε με ορθότοπες (νεοκύστη στη φυσιολογική θέση της ουροδόχου κύστεως) είτε με ετερότοπες (ουροδόχος κύστη από έντερο σε διαφορετική θέση από τη φυσιολογική) καθώς και σε εκτροπές ούρων είτε με απευθείας εμφύτευση των ουρητήρων στο δέρμα (δερμοουρητηροστομίες) είτε σε τμήματα  εντέρου με στομίες στο δέρμα (bricker). Η ποιότητα ζωής μεταξύ ασθενών με νεοκύστη και με ασθενείς με εκτροπή ούρων μετά τον ένα χρόνο από την επέμβαση δεν παρουσιάζει σχεδόν καμία διαφορά σε όλες τις μελέτες που έχουν διενεργηθεί.

 Οι παραπάνω επεμβάσεις μπορούν να γίνουν με ανοιχτή χειρουργική, λαπαροσκοπική και ρομποτική ή συνδιασμούς των παραπάνω (μεικτές επεμβάσεις).

 Η επιλογή της τεχνικής και του τρόπου της χειρουργικής επέμβασης πρέπει να γίνεται πάντα σε συνεννόηση γιατρού και ασθενή και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γενική και πνευματική κατάσταση του ασθενούς καθώς και η ικανότητα του να χρησιμοποιεί με επάρκεια τα χέρια του γιατί σε κάποιες τεχνικές μπορεί να χρειάζονται αυτοκαθετηριασμοί ή χειρισμοί κένωσης της κύστης. Συμπληρωματικά εφαρμόζεται χημειοθεραπεία η οποία είναι απαραίτητη όταν μετά την κυστεκτομή διαπιστωθεί η λεμφαδενική διασπορά της νόσου και η οποία σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθεί πριν το χειρουργείο σε ασθενείς που πρέπει να υποβληθούν σε παρηγορητική κυστεκτομή (salvage cystectomy).

Παρηγορητική κυστεκτομή είναι η κυστεκτομή που διενεργείται σε ασθενείς που ο τοπικός έλεγχος της νόσου είναι αδύνατος και εκτελείται ενώ είναι ήδη γνωστή η παρουσία μεταστάσεων (λεμφαδενικών ή σε άλλο σημείο του σώματος). Η παρηγορητική κυστεκτομή προσπαθεί να προλάβει τα συμπτώματα από την ουροδόχο κύστη σε εκτεταμένους και μη χειρουργήσιμους όγκους προλαμβάνοντας επαναλαμβανόμενες επώδυνες αιματουρίες και επώδυνα ερεθιστικά συμπτώματα από την κύστη δίνοντας στον ασθενή ποιότητα ζωής για να αντιμετωπίσει τη μεταστατική νόσο του. 

Συνδιασμένη θεραπεία χημειοθεραπείας με ακτινοβολία (θεραπεία sandwich)

Συνδιάζει χημειοθεραπεία, ακτινοβολία και δεύτερο κύκλο χημειοθεραπείας με ενδιάμεσες ριζικές και βαθιές ουρηθρεκτομές του όγκου της κύστης σε ασθενείς που θέλουμε να αποφευχθεί η αφαίρεση της κύστεως, σε αυτούς που αρνούνται ή η γενική τους κατάσταση δεν επιτρέπει την κυστεκτομή. Σε πολλές μελέτες η θεραπεία απλώς καθυστερεί την κυστεκτομή και έχει γενικά φτωχά αποτελέσματα. Καθοριστικό στοιχείο για την υιοθέτηση της παραπάνω θεραπευτικής προσέγγισης είναι ο όγκος να είναι χειρουργικά εξαιρέσιμος και η διάγνωση να είναι .

Πρόληψη

  •        Η διακοπή καπνίσματος μειώνει την εμφάνιση και την υποτροπή των όγκων.
  •        Όταν εργάζεστε σε περιβάλλον με χημικά ακολουθήστε μέτρα προστασίας με ειδικές μάσκες και στολές.
  •         Πίνετε πολύ νερό γιατί στη θεωρία αραιώνονται οι τοξικές ουσίες που μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο της ουροδόχου κύστεως. Με τη μεγάλη διούρηση δεν παραμένουν σε επαφή πολύ ώρα με το βλεννογόνο της κύστης μειώνοντας την πιθανότητα εμφάνισης κακοήθειας.
  •          Μην αγνοείτε τα συμπτώματα. Έστω και ένα επεισόδιο ανώδυνης αιματουρίας ή εμμένουσα μικροσκοπική αιματουρία πρέπει να μας οδηγήσει στο γιατρό μας. Αν ανήκετε σε ομάδες υψηλού κινδύνου (ιστορικό ακτινοβολίας, χημειοθεραπείας με κυκλοφωσφαμίδη, ασθενείς που φέρουν χρόνια ξένα σώματα – καθετήρες) πρέπει να ελέγχονται συχνότερα.
  • Διαίτες πλούσιες σε φρούτα και λαχανικά τα οποία έχουν μεγάλες συγκεντρώσεις σε αντιοξειδωτικά μπορούν να μειώσουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου.

Κλείστε Ραντεβού
Με το Γιατρό

Στο

210 80 74 866

Ή επικοινωνήστε άμεσα μαζί του

Φόρμα Επικοινωνίας

Ιατρείο Κηφισιάς

Χ. Τρικούπη 197 & Σειρήνων
Κηφισιά, Τ.Κ: 14564, Αθήνα
Τηλ.: 210 80 74 866

Προβολή στο χάρτη

Ιατρείο Ωρωπού

Μικράς Ασίας 6, 1ος Όροφος
Νέα Παλάτια Σκάλας Ωρωπού
Τ.Κ: 19015, Αττική, Τηλ.: 2295 301061

Προβολή στο χάρτη

Που θα μας βρείτε